Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Πωλ Ελυάρ: Γυναίκες ηρωίδες

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 63, 1-31 Αυγούστου 1996, σελ.2

Αδερφές μου στην Ελλάδα,
ω, γυναίκες λεβέντισσες,
μια συμφωνία κλείσατε
στο θάνατο ενάντια

Ω, ακριβές κι αθάνατες μου,
παίζετε τη ζωή σας
Για να υπάρχει ζωή.
Σίμωσε η μέρα, ω, αδερφές μου,

που θα γελάμε τη λέξη πόλεμος,
τη λέξη δυστυχία
Γιατί θα έχετε νικήσει

Πωλ Ελυάρ: Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 63, 1-31 Αυγούστου 1996, σελ.2
Είχαμε δώσει τα χέρια μας
και τα μάτια μας γελούσαν δίχως λόγο
Με τα όπλα και με το αίμα
λυτρώστε μας από το φασισμό
Νανουρίζαμε ολάκερο το φως
και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
να βάλουμε σημάδι τους φασίστες
Ήμασταν η πηγή και ο ποταμός
κι ωκεανός να γίνουμε όνειρό μας
Τον τρόπο μόνο δώστε μας
μην πάρουν χάρην οι φασίστες
Απ' τους νεκρούς μας είναι λιγότεροι
κανένα δεν είχαν σκοτώσει οι νεκροί μας.
Αγαπιόμαστε δίχως να το σκεφτούμε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε έξω απ' τη ζωή
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
Στο θάνατο αντίκρυ θα σκοτωθούμε
(Απ' τη συλλογή: «Ελλάδα, τριαντάφυλλο του λογισμού μου»

Έφυγε απρόσμενα ο σύντροφος Δημήτρης Βύσσιος

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 6, 1-15 Γενάρη 1994, σελ. 1

Στις 30 Δεκέμβρη έφυγε απρόσμενα από κοντά μας, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στη “Σωτηρία” (Πέμπτη πρωί 07:10) ο αγαπητός μας σύντροφος Δημήτρης Βύσσιος, στέλεχος του επαναστατικού ΚΚΕ 1918-55, πολιτικός επίτροπος (αντισυνταγματάρχης) της 103 ταξιαρχία του ηρωικού ΔΣΕ και μέλος της Κίνησης για Ενιαίο ΚΚΕ.

Στην κηδεία του που έγινε στο νεκροταφείο Ζωγράφου στις 13 Δεκέμβρη παραβρέθηκε πολύς κόσμος: σύντροφοι, συναγωνιστές, φίλοι και συγγενείς για να τον αποχαιρετίσουν στην τελευταία του κατοικία. Ανάμεσα στα πολλά στεφάνια διακρίνονταν και εκείνο της Κίνησης για Ενιαίο ΚΚΕ με κόκκινη κορδέλα και την επιγραφή: “Στον αγαπητό μας σύντροφο Δημήτρη”.

Μνημόσυνο του σ. Δ. Βύσσιου θα γίνει Κυριακή (6 Φλεβάρη) ώρα 13:00 στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Δικαστική απόφαση-καταδίκη στο όνομα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 55, 1-15 Απρίλη 1996, σελ. 3

Ιστορικό Ντοκουμέντο


Δικαστική απόφαση-καταδίκη στο όνομα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν

   Χρόνος 1956, 14-23 Απρίλη

   Το Δικαστικό Συμβούλιο για εγκληματικές πράξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουζμπέκικης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας στη σύνθεση:

   1.Προεδρεύον μέλος Ανωτάτου Δικαστηρίου ΣΣΔΟυ. Γκορενκόβα, 2. Λαϊκοί Σύνεδροι Σάτσκιϊ, Βραντίϊ, 3. Γραμματέας Μπεκασίεβα. Με τη συμμετοχή βοηθού Εισαγγελέα Ζοτόβα, νομικών εκπροσώπων Ζουτσένκο, Νοβίκοβα, Σαποβάλοβα, Μιράτσκοβα και Ζουκόβσκαγια. Εξέτασε σε ανοιχτή συνεδρίαση του δικαστηρίου την εγκληματική πράξη των κατηγορημένων:

ΦΡΑΓΚΟΣ ΝΙΚΟΣ του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1924, Έλληνας υπήκοος, με μέση εκπαίδευση, μη δικασμένος.

   ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1910, Έλληνας υπήκοος, φοιτητής Πολυτεχνείου, μη δικασμένος.

   ΒΥΣΣΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1916, Έλληνας υπήκοος, με ανώτατη μόρφωση, μη δικασμένος.

   ΜΑΚΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1916, Έλληνας υπήκοος, εργάτης, 6 τάξεις μόρφωση, μη δικασμένος.

   ΣΚΑΡΛΑΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ του ΣΤΡΑΤΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1927, Έλληνας υπήκοος, 6ης τάξης, μη δικασμένος.

   ΚΑΛΕΑΣ ΝΙΚΟΣ του ΣΩΤΗΡΙΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1931, Έλληνας υπήκοος, αγρότης, 6ης τάξης, μη δικασμένος.

   ΜΑΝΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του ΓΕΩΡΓΙΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1920, Έλληνας υπήκοος, αγρότης, μη δικασμένος.

   ΑΡΚΟΥΜΑΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ του Γ., γεννημένος στην Ελλάδα το 1917, Έλληνας υπήκοος, αγρότης, 5η τάξη, μη δικασμένος.

   ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ του ΚΥΡΙΑΚΟΥ, γεννημένος στην Ελλάδα το 1929, Έλληνας υπήκοος, μη δικασμένος.

   Στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 76 n “Α”ΥΚ Υ3 CCP

   Το Δικαστήριο

   ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

   ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕ:

   Αιτία να προκληθεί η παρούσα δικαστική πράξη ήταν το γεγονός εμφάνισης μαζικών αταξιών, ανωμαλιών στην 7η Πολιτεία στις 10 Σεπτέμβρη το βράδυ 1955.

   Στις αταξίες αυτές πήραν μέρος μερικές εκατοντάδες πολιτικοί πρόσφυγες, κάτοικοι της Πολιτείας καθώς και από άλλες Πολιτείες προσφύγων.

   Οι αταξίες-ανωμαλίες αυτές συνοδεύονταν από βίαιη σκληρή εκδίκηση πολιτών μέρους μιας Πολιτείας ενάντια σε πολίτες άλλης Πολιτείας ή μέρους της ίδιας Πολιτείας.

   Για όπλα χρησιμοποίησαν πέτρες, παλούκια, μαχαίρια.   

   Σ’ αυτές τις βίαιες αταξίες προξένησαν σωματικές βλάβες-τραυματισμούς σε 49 πρόσφυγες από την 7η Πολιτεία, ο αριθμός των παθόντων ήταν 118 άνθρωποι.

   Πολλοί χτυπήθηκαν μέχρι αφασίας. Οι μαζικές ανωμαλίες στην 7η Πολιτεία συνεχίζονταν παρά την επέμβαση της αστυνομίας όλη τη νύχτα και επεκτάθηκαν στη 12η Πολιτεία και σταμάτησαν μόνο το πρωί στις 11 που ήρθαν τα τμήματα του στρατού.

   Οργανωτές και δραστήριοι συμμέτοχοι στα βίαια επεισόδια, όπως εξακριβώθηκε ήταν οι κάτοικοι της 7ης Πολιτείας ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ και ΦΡΑΓΚΟΣ.

   Δραστήρια συμμετοχή σ’ αυτές τις αταξίες από μια πλευρά είχαν οι Βύσσιος, Σκαρλάτος, Μακρής, Καλέας και απ’ την άλλη πλευρά οι Μάντος, Αρκουμάνης, Τσιφλικιώτης.

   Η εμφάνιση των μαζικών ανωμαλιών ήταν αποτέλεσμα εσωκομματικών αντιθέσεων μεταξύ των Ελλήνων προσφύγων.

   Ο οργανωτικός ρόλος των υπόδικων Φράγκου και Καλιανέση είναι στο γεγονός ότι πολύ πριν γίνουν οι ανωμαλίες ετοίμασαν συνθήματα για κρέμασμα στην Πολιτεία με την έκκληση “ΚΑΤΩ ΟΙ ΔΙΑΣΠΑΣΤΕΣ” και το βράδυ στις 10 Σεπτέμβρη πριν εμφανιστούν οι ανωμαλίες καλούσαν τους οπαδούς τους να πάνε στα σπίτια της καθοδήγησης και σε λίγο με τον Καλιανέση πήραν δραστήρια μέρος στο μαζικό ξυλοδαρμό μη αρεστών τους πολιτών της 7ης Πολιτείας.

   Ο οργανωτικός ρόλος του Καλιανέση είναι στο γεγονός ότι εξόπλισε με παλούκια αυτούς που ήρθαν τη νύχτα από άλλες Πολιτείες και τους προσκαλούσε στη σύγκρουση.

   Οι υπόδικοι Φράγκος, Καλιανέσης, Βύσσιος, Μακρής, Καλέας, Σκαρλάτος, δημιούργησαν γκρούπες με άλλους ομοϊδεάτες και πήραν άμεσα μέρος και ξυλοκόπησαν 81 πολιτικούς πρόσφυγες.

   Απ’ τους παθόντες 24 άτομα μεταφέρθηκαν σε βαριά κατάσταση και μερικοί για πολύ χρόνο έμειναν για θεραπεία με βαριά τραύματα στην υγεία τους.

   Οι υπόδικοι αυτοί στις 12 τη νύχτα σκληρά εκδικήθηκαν τους καθοδηγητές των πολιτικών προσφύγων Χοτούρα, Δημητρίου, Ρόσιο. Οι κάτοικοι αυτής της Πολιτείας φύλαγαν αυτά τα στελέχη από εκδίκηση, τους είχαν κρύψει στο σπίτι, στο 13ο κτίριο, του τσαγκάρη Αποστολακόπουλου.

   Αφού έμαθαν που βρίσκονταν αυτοί, μεγάλη γκρούπα πολιτικών προσφύγων μπήκε στο διαμέρισμα, έβγαλε από το υπόγειο με τη σειρά τον Χοτούρα, τον Δημητρίου, τον Ρόσιο, τους ξυλοκόπησαν και τους πέταξαν στο δρόμο, όπου συνεχίζονταν ο ξυλοδαρμός με παλούκια, με γροθιές και κλωτσιές – αν και επενέβηκε η αστυνομία – ώσπου να χάσουν τις αισθήσεις τους και να τους μεταφέρουν στο  νοσοκομείο.

   Ύστερα απ’ τον ξυλοδαρμό των 3 προσώπων οι υπόλοιποι Φράγκος, Καλιανέσης, Βύσσιος, κλπ. ρίχτηκαν στο Β΄ κτίριο και χτύπησαν τον φοιτητή Καραδόκα και τον καθηγητή Φιλιππίδη.

   Αποτέλεσμα του ξυλοδαρμού ήταν η πρόκληση βαριών σωματικών βλαβών του Φιλιππίδη, έσπασαν το πλευρό, το στο κρανίο.

   Οι υπόδικοι Καλιανέσης και Βύσσιος πήραν μέρος στον ξυλοδαρμό του Σουλτούκη. Ο Βύσσιος χτύπησε τον Βαλαχά.

   Με την καθοδήγηση του ταγματάρχη Φράγκου χτυπήθηκε ο Παπαδόπουλος.

   Στη δικαστική υπόθεση διαπιστώθηκε ότι κατά τις ώρες της μαζικής αταξίας, ότι οι υπόδικοι Σκαρλάτος και Καλέας, τη νύχτα εξοπλισμένοι με παλούκια μαζί με ομοϊδεάτες τους έψαχναν για αντιπάλους τους, έδειχναν τα διαμερίσματά τους, σε όσους έρχονταν για εκδίκηση από άλλες Πολιτείες και οι ίδιοι έπαιρναν μέρος στα γεγονότα.

   Ο υπόδικος Σκαρλάτος εκτός των άλλων, ο ίδιος πήρε μέρος στον ξυλοδαρμό του Μπουμπούρη, Βολογιώργη, Αρκουμάνη, Καλαϊτζίδη, Μπέλλου, κλπ.

   Ο υπόδικος Καλέας τη νύχτα και το πρωί στις 11 Σεπτέμβρη πήρε δραστήρια μέρος στον ξυλοδαρμό του Παρασκευόπουλου, Καρανάσιου, Γκίκα, κλπ. Επίσης πήρε μέρος μαζί με τον Σκαρλάτο στον ξυλοδαρμό του Καλαϊτζίδη, του Μπέλλου και άλλων.

   Απ’ τη δικαστική υπόθεση διαπιστώθηκε, ότι δραστήριο μέρος στις ανωμαλίες στην 7η Πολιτεία, στην αυλή του κτιρίου της Κομματικής Επιτροπής της Τασκένδης πήραν μέρος ο Μάντος, Αρκουμάνης, Τσιφλικιώτης, οι οποίοι μόλις άκουσαν τις εκκλήσεις του Φράγκου “όλοι στο κτίριο της καθοδήγησης” μαζί με άλλους, αφού εξοπλίστηκαν με παλούκια, μαχαίρια, πέτρες έτρεξαν στο κτίριο της Κομματικής Επιτροπής Τασκένδης.

   Προσπαθώντας να μπει στην αυλή ο Μάντος  χτύπησε με μαχαίρι τον πρόσφυγα Κιτσολάμπρο αφού του προξένησε ελαφρύ σωματικό τραύμα, ύστερα απ’ αυτό άνοιξε την πύλη και μπήκε ο όχλος.

   Ο Τσιφλικιώτης εκεί στο δρόμο, όχι μακριά απ’ την πύλη έδειρε τον πρόσφυγα Μπόγδα ύστερα τον Μαρινοβσκόϊ.

   Ο υπόδικος Αρκουμάνης χτύπησε τον σοφέρ Κούκαρη και ύστερα μαζί με τον Μάντο έδειρε τον Μπάρμπα, τον Παπαϊωνάννου και τους προκάλεσαν ελαφρά σωματικά τραύματα.

   Εκτός απ’ αυτό ο Αρκουμάνης μαζί με άλλους έδειρε τους αντιπροσώπους της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ Βαϊνά, Ακριτίδη, Φωκά.

   Ο υπόδικος Τσιφλικιώτης με δυο ομοϊδεάτες του μπήκε στο σπίτι του φοιτητή Κατεμή και τον ξυλοκόπησαν άγρια.

   Κανείς απ’ τους παρευρισκόμενους υπόδικους δεν παραδέχτηκε τη συμμετοχή στις μαζικές ανωμαλίες τη νύχτα στις 10 και 11 Σεπτέμβρη στην περιοχή της 7ης Πολιτείας.

   Όμως ο υπόδικος Σκαρλάτος αρνήθηκε ότι υπόδειχνε τα σπίτια των αντιπάλων στους πρόσφυγες που έρχονταν  από άλλες Πολιτείες και παρευρίσκονταν στους ξυλοδαρμούς.

   Ο υπόδικος Μάντος δεν αρνήθηκε, ότι στην αρχή των ανωμαλιών ήταν ένας απ’ τους πρώτους που έτρεξαν στο κτίριο της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ και άνοιξε την πύλη.

   Ο Τσιφλικιώτης παραδέχτηκε ότι χτύπησε τον Κατεμή. Ο Καλέας χτύπησε τον Στάμο.

   Το Δικαστικό Συμβούλιο αφού έλεγξε την ύλη της δικαστικής υπόθεσης, αφού άκουσε τις καταθέσεις των υποδίκων, των παθόντων και των μαρτύρων θεωρεί ότι η κατηγορία που αποδίδεται σε όλους τους υπόδικους με το άρθρο 76 n “Α” ΥΚ Υ3 CCP αποδείχτηκε.

   Η συμμετοχή των υπόδικων Καλιανέση, Φράγκου, Βύσσιου, Σκαρλάτου, Μακρή, Καλέα στον ξυλοδαρμό του Χοτούρα, Δημητρίου, Ρόσσιου επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες Καρυδόπουλο, Καλαϊτζίδη, Βιγκούλη, Αποστολακόπουλου, Τσιτούλο, κα. καθώς και οι καταθέσεις του ίδιου του Χοτούρα για τους υπόδικους Καλιανέση, Φράγκο, Βύσσιο και του παθόντα Δημητρίου για τον Μακρή.

   Η ενοχή των Καλιανέση, Φράγκου, Βύσσιου, Σκαρλάτου, Καλέα για τον  βασανισμό του Φιλιππίδη, Καράντζου επιβεβαιώθηκε από τις καταθέσεις των παθόντων και απ’ τους μαρτύρους Χαρισόπουλο, Κουρδούλα, Ζυγούλη.

   Η συμμετοχή του Καλιανέση και Βύσσιου στον ξυλοδαρμό του Σουλτούκη επιβεβαιώθηκε απ’ την κατάθεση του ίδιου του παθόντα από τους μάρτυρες Μπέλλο και Αφεντουλίδη.

   Ο ξυλοδαρμός του Βαλαχά από τον Βύσσιο επιβεβαιώνεται από τον παθόντα και τους μάρτυρες Αφεντουλίδη και Μαγκανάρη.

   Ο ξυλοδαρμός από τον Φράγκο του πολιτικού πρόσφυγα Παπαδόπουλου, Τσούλια επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση του παθόντα και από τους μάρτυρες Μπλιάγκο και Κοσυφά.

    Η συμμετοχή του Σκαρλάτου στον ξυλοδαρμό και στο ψάξιμο μαζί με άλλους πρόσφυγες όλη τη νύχτα 10 Σεπτέμβρη των Μπάρμπα, Τζόλα, Βολογιώργο, Αρκουμάνη, Παπαδέλη, Καλαϊτζίδη, Μπέλλου, κ.α. επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των παθόντων και των μαρτύρων Θεοδωρίδη, Δαμασκηνού, κ.α.

   Η συμμετοχή του Καλέα στον ξυλοδαρμό του Παρασκευόπουλου, Γκαράτζα, Γκίκα, Αθανασίου, κ.α. επίσης στον ξυλοδαρμό μαζί με τον Σκαρλάτο, του Καλαντζή επιβεβαιώθηκε απ’ την κατάθεση του παθόντα και τους μάρτυρες Γκαϊφούλη, Λαζαρίδη, κ.α.

   Ο ρόλος του οργανωτή των υπόδικων Καλιανέση, Φράγκου επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες του Γκαϊφούλη, Καχριμανίδη, Παρασκευόπουλου, κ.α.

   Η ενοχή του Μάντου στο μαχαίρωμα του Κιτσολάμπρου καθώς και στον ξυλοδαρμό μαζί με τον Αρκουμάνη του πρόσφυγα Μπάρμπα και Παπαϊωάννου επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των παθόντων και τους μάρτυρες Μπόσκου, Κυριακίδη, Πέϊκου, Σαμαρτζίδη, κ.α.

   Η ενοχή του Αρκουμάνη στην επίθεση στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής  Βαϊνά, Ακριτίδη, Φωκά επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες Σαμαρτζίδη, Φράγκου, Τσαπρίζη.

   Η ενοχή του Τσιφλικιώτη για το χτύπημα του Μπόγδα, Σιαρή επιβεβαιώθηκε από τις καταθέσεις των παθόντων και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Κρίκα, Σταυρίδη, Κοτσετζόπουλου, κ.α.

   Το γεγονός της πρόκλησης βαριών τραυμάτων στον Κατεμή επιβεβαιώνεται από την παραδοχή του ίδιου του υπόδικου στην κατάθεσή του, επίσης από τον παθόντα και την Μητλιώ.

   Ότι αφορά το ζήτημα των μέτρων τιμωρίας το Δικαστικό Συμβούλιο θεωρεί δυνατό για τους υπόδικους Μακρή, Βύσσιο να κάνει χρήση του άρθρου 52 του ποινικού κώδικα της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, παίρνοντας υπόψη την πρώτη δικάσιμη και τη λίγη δραστηριότητα σε σύγκριση με άλλους στο έγκλημα που διεπράχθη.

   Επίσης θεωρεί δυνατό σε σχέση με τους υπόδικους Μάντο, Αρκουμάνη, Τσιφλικιώτη και Καλέα να κάνει χρήση του άρθρου 34 ΥΚ Υ3 CCP παίρνοντας υπόψη την πρώτη δικάσιμη, το ότι είναι νέος ο Καλέας και ο Τσιφλικιώτης, το ότι αναγνώρισαν το δικό τους φταίξιμο, επίσης και το γεγονός ότι οι υπόδικοι Αρκουμάνης και Μάντος ήταν και παθόντες αφού ήταν χτυπημένοι.

   Με βάση τα εκτεθέντα και καθοδηγούμενοι από το άρθρο 128-131 του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας, το Δικαστικό Συμβούλιο:

   Καταδικάζει

   Τους υπόδικους Μάντο Γιάννη του Γεωργίου, Αρκουμάνη Χαράλαμπο του Π., Τσιφλικιώτη Κώστα του Κυριάκου, Καλέα Νίκο του Σωτηρίου με το άρθρο 76 και “Α” Π.Κ. Ουζμπεκιστάν να υποβληθούν σε φυλάκιση 1 χρόνο ο καθένας και με βάση το άρθρο 34 Π.Κ. να θεωρηθεί για τον Μάντο, Αρκουμάνη, Τσιφλικιώτη, Καλέα με αναστολή για ένα χρόνο δοκιμαστικά.

   Τον υπόδικο Μακρή Γιώργο του Χαραλάμπους με το άρθρο 76 n “Α” Π.Κ. να υποβληθεί σε φυλάκιση 1 χρόνο και σύμφωνα με το άρθρο 52 Π.Κ. να περιοριστεί στο χρόνο που κρατήθηκε και 6 μέρες.

   Τον υπόδικο Βύσσιο Δημήτριο του Κωνσταντίνου να του επιβληθεί φυλάκιση 1 χρόνο.

   Τον υπόδικο Σκαρλάτο Κώστα του Στράτου σύμφωνα με το άρθρο 76 n”A” Π.Κ. Υ3 της Ουζμπέκικης Δημοκρατίας του επιβάλλει 2 χρόνια φυλάκιση.

   Ο υπόδικος Φράγκος Νίκος του Δημητρίου και ο υπόδικος Καλιανέσης Γιώργος του Γρηγορίου σύμφωνα με το άρθρο 76 n “Α” Υ3 να τους επιβληθεί φυλάκιση για 3 χρόνια.

   Ο χρόνος που κρατήθηκαν οι Φράγκος, Καλιανέσης, Σκαρλάτος και Βύσσιος να υπολογιστεί από τις 15.11.1955.

   Τους δικασθέντες Μάντο, Αρκουμάνη, Τσιφλικιώτη, Καλέα επειδή δικάστηκαν με αναστολή καθώς και ο Μακρής που κρατήθηκε μέχρι τη δίκη από την κράτηση να αφεθούν ελεύθεροι.

   Η καταδίκη είναι οριστική και έφεση δεν επιδέχεται.

   Πρόεδρος: Γκορενκόβα, μέλη: Σάτσκιϊ, Βραντίϊ.

   Προήδρευσε στη δίκη μέλος Ανωτάτου Δικαστηρίου της Υ3: Γκορενκόβα

   24.2.1956

Δημήτρη Βύσσιου: ΤΑΣΚΕΝΤΗ 1955-56: συλλήψεις, ανακρίσεις, φυλακίσεις, δίκες-παρωδία και στρατόπεδα συγκέντρωσης

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 55, 1-15 Απρίλη 1996, σελ. 1,2 και 4

Το παρακάυω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την ανοιχτή επιστολή στον Μ. Πονομαριόφ. Εδώ ολόκληρη η επιστολή: Η επέμβαση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών στο ΚΚΕ - Τα γεγονότα της Τασκένδης

---

Σε πρώτη φάση οργανώθηκαν οι διώξεις και οι συλλήψεις από τα όργανα της Ασφάλειας αρκετών για να «τεκμηριωθεί» η εκδοχή ότι όλα τα ανομήματα οργανώθηκαν από το Ζαχαριάδη, Βλαντά και τα άλλα μέλη της αντιπροσωπείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Για το σκοπό αυτό επιστρατεύθηκαν καινούργιες εφεδρείες από ανώτερους αξιωματούχους της KGB, της αστυνομίας και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας και το Γενικό Εισαγγελέα της ΕΣΣΔ.

Από την επόμενη μέρα των γεγονότων καλούνταν στη διεύθυνση της αστυνομίας της πόλης ανώτατα και ανώτερα στελέχη του ΔΣΕ για να βοηθήσουν δήθεν, στην εμπέδωση της τάξης και αμέσως συλλαμβάνονταν και τους απαγγέλλονταν η κατηγορία του υποκινητή των συγκρούσεων του Σαββατοκύριακου. Ταυτοχρόνως στρατολογούνταν οι ψευδομάρτυρες ανάμεσα στους πιο φανατικούς πολιορκητές του Σαββάτου και τα πρωτοπαλίκαρα του Ρόσιου και του Έξαρχου, που υπέγραψαν τις έτοιμες «μαρτυρικές» καταθέσεις. Τα συνεργεία στρατολογίας παρασυρμένων και φανατισμένων δούλευαν ακατάπαυστα για να εξασφαλίζονται, τα «στοιχεία» σε βάρος εκείνων που είχαν συλληφθεί προκαταβολικά και κρατούνταν στην απομόνωση.

Οι πρώτες ανακρίσεις στη διοίκηση της αστυνομίας θύμιζαν κατοχική περίοδο στην Ελλάδα. Αξιωματικοί της αστυνομίας με τη βία έκαναν σωματικές έρευνες και αφαιρούσαν όλα τα προσωπικά ντοκουμέντα μέχρι και την κομματική ταυτότητα από τους κρατούμενους. Όποιος πρόβαλε περισσότερη αντίσταση δενόταν χειροπόδαρα στο κάθισμα και μετά ο αξιωματικός προχωρούσε ανενόχλητος το ψάξιμο, από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Μετά άρχιζε το έργο του ανακριτή. Η προσπάθεια να αποσπάσουν «στοιχεία» ξεπερνούσε τα όρια ποταπών προκλήσεων. Η εισαγγελέας της πόλης έφτασε να απαιτήσει από κρατούμενο να κατονομάσει τους πράκτορες της Ιντζέλιντζες Σέρβις στην Τασκένδη. Στην περίοδο της προανάκρισης και μετά της τακτικής ανάκρισης από όργανα της Εισαγγελίας στους κρατούμενους ασκούνταν μια πρωτοφανής πίεση να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας ή συκοφαντικές καταθέσεις σε βάρος του Ζαχαριάδη και των άλλων μελών της ΚΕ του ΚΚΕ. Οι κρατούμενοι για μήνες σ’ όλη τη διάρκεια των ανακρίσεων βρίσκονταν σε συνθήκες τέλειας απομόνωσης. Δεν τους επετράπη καμία επαφή ούτε με δικηγόρους ούτε με κανέναν άλλον ούτε και με συγκρατούμενούς τους. Ενώ ταυτοχρόνως επιτρεπόταν στο Ρόσιο να μπαινοβγαίνει στη φυλακή για επαφές με κρατούμενους, τους οποίους υπολόγιζαν ότι με υποσχέσεις θα μπορούσαν να τους κάνουν όργανά τους. Το όλο έργο των ανακρίσεων συντονιζόταν άμεσα από τον αναπληρωτή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ζότοφ, ο οποίος είχε αναλάβει και προσωπικά τις «κατ’ αντιπαράσταση» εξετάσεις των βασικών μαρτύρων κατηγορίας. Ο κύριος αυτός έγινε για ένα διάστημα και Γενικός Εισαγγελέας και μετά διώχτηκε από την υπηρεσία ως συνένοχος μιας συμμορίας εγκληματικών παραβάσεων του κοινού ποινικού δικαίου. Βρήκε, δηλαδή, τη θέση που του άξιζε. Την εποχή όμως εκείνη ένας από τους πρωταγωνιστές στις ανακριτικές σκευωρίες. Στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση στις πιο πολλές φορές περιπτώσεις η ερώτηση και η απάντηση των μαρτύρων ήταν γραμμένες από πριν μέσα στο ανακριτικό έγγραφο από τους συντάκτες του. Διάβαζε ο Ζότοφ και ο ή η ψευδομάρτυρας συμφωνούσε απολύτως χωρίς πολλές φορές και να καταλαβαίνει ότι διάβαζε ο Ζότοφ χωρίς διερμηνέα. Σε άλλες περιπτώσεις, τελείως ξετσίπωτα, ο κύριος αυτός, υπό τύπον ερωτήσεων ή υποδείξεων, υπαγόρευε στον μάρτυρα την κατάθεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάρτυρες κατηγορίας (Α. Καρατζάς, Δ. Φιλιππίδης, κλπ.) με την άδεια του Ζότοφ μιλούσαν με τον υπόδικο ελληνικά, χωρίς διερμηνέα, για τον πείσουν με υποσχέσεις και εκβιασμούς»να καταλάβει το συμφέρον του». Υπήρξαν και περιπτώσεις μαρτύρων που άλλα έλεγαν στα ελληνικά μέσω του διερμηνέα ενώ άλλα έγραφαν στα ρωσικά οι ανακριτές και οι εισαγγελείς.

Όταν κι’ αυτά τα μέσα δεν απέδωσαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα κινητοποιήθηκαν στελέχη ανωτάτου επιπέδου. Στην Τασκένδη έσπευσε ο αναπληρωτής του Γενικού Εισαγγελέα της ΕΣΣΔ Κρασνοπέφτεφ με το επιτελείο του. Άρχισε ένας νέος κύκλος απειλών, εκβιασμών και υποσχέσεων. Ο κύριος αυτός, χωρίς τσίπα και ίχνος αξιοπρέπειας καλούσε προσωπικά, τον καθένα χωριστά τους υπόδικους και του έθετε το ζήτημα ανοιχτά: το άρθρο 76 π.α. του ποινικού κώδικα της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, με το οποίο παραπέμπεσαι να δικαστείς προβλέπει και την ποινή του θανάτου. Ο μόνος τρόπος να σωθείς είναι να»να πεις την αλήθεια», η οποία δεν είναι εναντίον και στα συμφέροντά σου. Να ομολογήσεις ότι εκείνοι που οργάνωσαν το πογκρόμ είναι ο Ζαχαριάδης και ο Βλαντάς. Εμείς θα σου εξασφαλίσουμε και σε σένα και στην οικογένειά σου, ότι χρειάζεται για να ζήσετε άνετα και χωρίς δυσκολίες. Σκέψου και πράξε. Όλοι σκέφτονταν και κανένας δεν έκανε αυτό που του υποδείκνυε ο ανώτατος εκπρόσωπος της δικαιοσύνης.

Έτσι, κ. Πονομαριόφ, καταγράψατε στο παθητικό σας μιαν ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια να σφίξετε ακόμα πιο πολύ το σχοινί στο λαιμό της προσφυγιάς.

Και μια και χρεοκόπησαν οι προσπάθειες πολιτικών πιέσεων, εκβιασμών και υποσχέσεων, κατεβήκατε ακόμα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω στη σκάλα της ηθικής και πολιτικής αναξιοπρέπειας. Αποφασίσατε να μπλέξατε ολοκληρωτικά και τις Σοβιετικές Δικαστικές Υπηρεσίες. Έτσι στήθηκαν οι δίκες-στρατοδικεία. Είναι χαρακτηριστικοί, για τη σοβιετική γραφειοκρατία, οι ρυθμοί της όλης προετοιμασίας τους. Σας χρειάζονταν οι καταδικαστικές αποφάσεις, «ατράνταχτα» ντοκουμέντα για την οργάνωση του πογκρόμ από τη «Ζαχαριαδική κλίκα».

Στους κατηγορούμενους δεν δόθηκε καμιά δυνατότητα προετοιμασίας για να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. Έχοντας τέλεια παραγνώριση της σοβιετικής νομοθεσίας, δεν τους επετράπη η επαφή με δικηγόρους ούτε και μετά το τέλος των ανακρίσεων. Από το «αυτί στο δάσκαλο». Το βράδυ τους επιδόθηκαν τα κλητήρια θεσπίσματα και την άλλη μέρα τους ξύπνησαν στις 5 το πρωί να προετοιμαστούν για το δικαστήριο. Για πρώτη φορά ύστερα από 5 μήνες τους ξύρισαν – πάντα μέχρι τότε τα γένια κόβονταν δυο φορές το μήνα με μηχανή κουρέματος – και τους έδωσαν να φορέσουν τα ρούχα τους. Στον καθένα δόθηκε από ένα κομμάτι βραστό κρέας (επίσης για πρώτη φορά) και ψωμί σαν ξηρά τροφή για όλη την ημέρα. Αυτό συνεχίστηκε όλες τις ημέρες που κράτησε η δίκη. Τους στρίμωξαν στις κλούβες και κατευθείαν για «τον κρανίου τόπο».

Οι δίκες άρχισαν στις 14 Φεβρουαρίου 1956 και τελείωσαν στις 23 του ίδιου μήνα. Χειμώνας, η θερμοκρασία έξω από την αίθουσα ήταν κάτω από 15ο C και η αίθουσα δεν θερμαίνονταν. Οι κατηγορούμενοι δικάζονταν από το ποινικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας με επικεφαλής μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ακροαματική διαδικασία γινόταν όχι στις μεγάλες αίθουσες στο κτίριο της πόλης αλλά σε αίθουσες συνοικιακών Πταισματοδικείων σε μια άκρη της παλιάς πόλης, εν κρυπτώ και παραβύστω, ουσιαστικά κεκλεισμένων των θυρών, ενώ επιτρέπονταν η είσοδος σε επίλεκτα «στελέχη». Οι κατηγορούμενοι ξεπάγωναν χωρίς πανωφόρια, είχαν πιαστεί το Φθινόπωρο, στα σκαμνιά επί 10 ώρες καθημερινά περικυκλωμένοι από φαντάρους «εφ’ όπλου λόγχη» και τις ώρες του μεσημεριανού διαλείμματος για τους δικαστές, χωρίς δικαίωμα όχι μόνο επικοινωνίας με οποιονδήποτε αλλά και τους απαγορεύονταν ακόμη να ζητήσουν ένα ποτήρι νερό ή γυρίσουν δεξιά ή αριστερά το κεφάλι τους. Εκεί αντίκρισαν την πρώτη ημέρα της δίκης, την «υπεράσπιση» από μακριά χωρίς δικαίωμα καμιάς επαφής μαζί τους.

Σύμφωνα με τους τότε ποινικούς κώδικες όλων των Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ απαγορεύονταν η σύλληψη και η προσαγωγή σε δίκη μέλους του Κομμουνιστικού Κόμματος πριν τη σχετική απόφαση της Κομματικής Οργάνωσης Βάσης και την έγκρισή της από την Αχτιδική Επιτροπή για τη διαγραφή του από το Κόμμα. Το Σοβιετικό Σύνταγμα παραχωρούσε πολιτικό άσυλο σε οποιονδήποτε καταδιωκόταν για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το καταστατικό του τότε ΠΚΚ (μπ) αναγνώριζε στα μέλη κάθε ξένου Κομμουνιστικού Κόμματος που ζούσαν στην ΕΣΣΔ τα ίδια δικαιώματα με τα μέλη του ΚΚΣΕ. Οι Έλληνες, όμως, κομμουνιστές πιάστηκαν, σύρθηκαν στα στρατοδικεία και καταδικάστηκαν, αφού τους αφαίρεσαν με τη βία τις κομματικές ταυτότητες, χωρίς να διαγραφούν από το Κόμμα τους, γιατί οι οργανώσεις των κομμουνιστών δεν είχαν καταληφθεί και διαλυθεί από τους υπέρμαχους της κομματικής νομιμότητας.

Οι δίκες σε στρατοδικεία κατοχικής και εμφυλιοπολεμικής περιόδου κατάργησαν και τα τελευταία προσχήματα στοιχειώδους νομικής συμπεριφοράς, και εγγυήσεις του συντάγματος και της ποινικής δικονομίας υπέρ των κατηγορουμένων. Η έδρα του Εισαγγελέα σε ένα από τα δικαστήρια καταλήφθηκε από τον Ζότοφ. Η πρόταση των κατηγορουμένων για εξαίρεσή του απορρίφθηκε. Η παρουσία των δικηγόρων ήταν τελείως τυπική. Παρακολουθούσαν από μακριά τα τεκταινόμενα στη δίκη χωρίς να έχουν έλθει σε καμία επαφή ούτε και με τη δικογραφία (δεκάδες τόμοι πάνω στο τραπέζι της προέδρου). Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας απ’ αυτούς, ο Νόβικοφ, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1936, αρνήθηκε να πληρωθεί γιατί, όπως είπε, ούτε και με τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε να πάρει μέρος σε μια εγκληματική δικαστική παρωδία, την οποία έζησε υποχρεωτικά επί δέκα ολάκερες ημέρες.

Στη δίκη, με επικεφαλής τον Δημητρίου και τα άλλα «ηγετικά» στελέχη, Ρόσιο, Γκανάτσο, κλπ. παρέλασε όλη η «Αγία Οικογένεια» μέχρι και την κουτσή Μαρία, σ’ όλη τους την μεγαλοπρέπεια. Αντιφάσεις, παλινωδίες, διαστρεβλώσεις και βουνά ψευδομαρτυριών. Οι μηνύσεις, που υποβλήθηκαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατά στελεχών της KGB και των στελεχών της ηγεσίας για ασύστατες, ασύστολες, ψεύτικες καταθέσεις, αποκυήματα νοσηρής φαντασίας και κακότεχνης σκηνοθεσίας απορρίφθηκαν όλες από τον πρόεδρο χωρίς εξέταση, χωρίς να συζητηθούν. Τα πρακτικά της διαδικασίας πλαστογραφούνταν ανοιχτά, ξετσίπωτα. Η πρόεδρος του δικαστηρίου, μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γκορενκόβα, απαγόρευε στους ψευδομάρτυρες να απαντούν στις ερωτήσεις των κατηγορουμένων, όταν αποκαλύπτονταν το ασύστατο της κατάθεσης ή η συστημένη σκευωρία. Η επέμβαση διατυπώνονταν: «Μάρτυς, μην απαντάτε. Η ερώτηση είναι πολιτική». Ενώ η παραπομπή στηρίζονταν σε άρθρο που αναφέρονταν σε σοβαρό πολιτικό αδίκημα (ομαδική εξέγερση με επιδίωξη την ανατροπή του καθεστώτος), που πρόβλεπε μέχρι και την καταδίκη σε θάνατο, η πρόεδρος στη διάρκεια της διαδικασίας αντιμετώπιζε τους κατηγορούμενους σαν χούλιγκανς. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση των κατηγορουμένων να παραστούν στη δίκη, εκ μέρους της υπεράσπισης ο Πορφυρογένης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και ο πρόσφυγας δικηγόρος Γρηγόρης Παπάς, ο οποίος ασκούσε νόμιμα το δικηγορικό επάγγελμα στην Τασκένδη. Ενώ επέτρεψε να παρακολουθήσει χωρίς διακοπή όλη την ακροαματική διαδικασία, καθιστός δίπλα στην υπεράσπιση σε τιμητική πολυθρόνα, σαν παρατηρητής και κονσουλτάντ ως ανεπίσημος πολιτική αγωγή, ο Β. Οικονόμου ηγετικό στέλεχος της ομάδας Δημητρίου, δικηγόρος, δηλωσίας κι’ αυτός που δεν είχε άδεια εξάσκησης δικηγορικού επαγγέλματος. Η αποστολή του ήταν να ενημερώνει καθημερινά τους «ηγέτες» και να «προετοιμάζει» τους ψευδομάρτυρες έπειτα από ειδικές επαφές τις βραδινές ώρες με τον Ζότοφ και τον Σαάκοφ. Στους κατηγορουμένους επετράπη να υποδείξουν μόνο από δυο μάρτυρες υπεράσπισης ο καθένας. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να υποδείξουν μάρτυρες υπεράσπισης και ταυτοχρόνως παραιτήθηκαν και από την υπεράσπισή τους, από δικηγόρους. Το δικαστήριο, όμως, αυτεπάγγελτα υποχρέωσε τους δικηγόρους να παρακολουθήσουν τη δίκη μέχρι το τέλος, χωρίς καμιά συμμετοχή στη διαδικασία. Άφωνοι θεατές και βουβοί ηθοποιοί μιας χωρίς προηγούμενο σκηνοθετημένης ιλαροτραγωδίας.

Αυτή η παρωδία δίκης ήταν συνοπτική. Το κοκβέϊρ δούλευε με ασυνήθιστους και ασυνείδητους ρυθμούς. Βιάζονταν, χρειάζονταν τις καταδικαστικές αποφάσεις της «αδέκαστης θέμιδας», τα «αδιάσειστα», ντοκουμέντα στα οποία θα στηρίζονταν η περιβόητη 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, για να βγουν από τη μέση τα εμπόδια της άλωσης του ΚΚΕ από τον Χρουστσόφ.

Κι’ εδώ προβάλλει επιτακτικά αμείλικτο το ερώτημα στο οποίο σας υποχρεώνει να θυμηθείτε και να απαντήσετε κύριε υπεύθυνε του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΣΕ τότε: ποια ήταν η δύναμη που εμπνεύστηκε, οργάνωσε και καθοδήγησε αυτή την πολιτική ανίερη πράξη; Σε τίνος πλάτες στηρίχθηκαν και τίνος εντολές εκτελούσαν οι κύριοι τύπου Κρασνοπέβτεφ, Πονομαρένκο, Σεμενκόφ, Γκορενκόβα, Ζότοφ και οι ελληνόφωνες υποτακτικοί σας στην Τασκένδη; Ποιος έδωσε εντολές στους στρατηγούς της αστυνομίας, στις ανώτερες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να κουρελιάζουν για άλλη μια φορά το Σοβιετικό Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους; Εν ονόματι ποιων επιδιώξεων βρικολάκιασε σε όλο της το μεγαλείο η επαίσχυντη αρχή: ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Μέσα, που αδίστακτα έφταναν και μέχρι τη φυσική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων της σοβιετικής ηγεσίας, αγωνιστών οι οποίοι εξέφραζαν τις πολιτικές αντιλήψεις της πολύ μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων προσφύγων;

Η δίκη τελείωσε με τις προειλημμένες της αποφάσεις. Η καταδίκη των αγωνιστών ήταν μια πύρρεια νίκη σας και μια ηθικοπολιτική ήττα του αριστερού ελληνικού κινήματος. Δίκη και καταδίκη που θα μπορούσε, όπως νομίζατε, να συγκαλύψει και στο εσωτερικό της χώρας σας και στην Ελλάδα την απαράδεκτη και παράνομη επέμβασή σας στα εσωτερικά του ΚΚΕ.

Οι καταδικασμένοι από το Ανώτατο Δικαστήριο έπειτα από λίγες μέρες μετά το τέλος της δίκης, όλοι μαζί πια σ’ ένα σιδηροδρομικό βαγόνι-κλούβα πήραν το δρόμο για το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το ταξίδι με σταθμεύσεις στα ενδιάμεσα τμήματα μεταγωγών, κράτησε περίπου ένα μήνα. Εξαντλήθηκαν γρήγορα όλες οι πενιχρές οικονομικές εφεδρείες, ιδιαίτερα εκείνων που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, έπειτα από μιαν εξάμηνη περίπου προφυλάκιση. Το ειδικό στρατόπεδο που τους στρίμωξαν, «φιλοξενούσε» πολίτες από πολλές χώρες, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για εγκληματικές πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου από σοβιετικά δικαστήρια. Ήταν ένα τμήμα ειδικού Γκουλάγκ που συνόρευε με στρατόπεδα συγκέντρωσης Γερμανών εγκληματιών πολέμου, που ήταν καταδικασμένοι με την ανώτατη προβλεπόμενη από τον τότε σοβιετικό ποινικό νόμο της ΕΣΣΔ ποινή σε 25 χρόνια φυλάκιση. Σύντομα όμως τα στρατόπεδα αυτά διαλύθηκαν γιατί έπειτα από συμφωνία Χρουστσόφ-Αντενάουερ οι εγκληματίες πολέμου απελευθερώθηκαν και έφυγαν για τη Γερμανία.

Οι Γερμανοί θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου, δεν δούλευαν και έπαιρναν το συσσίτιο του σοβιετικού στρατιώτη και συμπληρωματικά κάθε δέκα ημέρες δέματα με τρόφιμα και φάρμακα από τον Ερυθρό Σταυρό της Δυτικής Γερμανίας. Οι καταδικασμένοι αγωνιστές πρόσφυγες τρέφονταν με τις σάπιες πατάτες και το μουχλιασμένο πλιγούρι του στρατοπέδου. Κι’ αυτή η «δίαιτα» σε συνθήκες βαριάς και εξαντλητικής εργασίας, φρουρούμενοι από ένοπλους δεσμοφύλακες και ειδικά σκυλιά: Καθημερινά καθοριζόταν από τον αρχιφύλακα ένα κομμάτι γης από το οποίο, από ένα μέτρο βάθους αφαιρούνταν το χώμα και μεταφερόταν σε κοντινή απόσταση, έπειτα με κασμάδες σπάζονταν και απομακρύνονταν, ο αιώνιος πάγος πάχους 1-1/2 μέτρου και μετά απ’ αυτό, με ειδικά εργαλεία-φτυάρια, κοβόταν η τύρφη σε σχήμα όπως τα τούβλα, εξαγόταν στην επιφάνεια και τοποθετούνταν έτσι που να μπορεί να στεγνώσει για να χρησιμοποιηθεί το χειμώνα σαν καύσιμη ύλη. Καθημερινά 12-13 ώρες στο πόδι. Μετρήματα, ξαναμετρήματα, μεταφορά στον τόπο της δουλειάς άνθρωποι που υπέφεραν από φυματίωση ή ήσαν ανάπηροι πολέμου έπρεπε να «εκπληρώσουν τη νόρμα». Οι Γερμαναράδες, καλοθρεμμένοι ασχολούνταν με τα σπορ, οργάνωναν την ψυχαγωγία τους και χλεύαζαν τους πάντες και τα πάντα. Οι Έλληνες πρόσφυγες για να μην «εκτεθούν πολιτικά» έλεγαν ότι μέθυσαν και μάλωσαν σ’ ένα γάμο και τους δικάσαν σαν χούλιγκαν. Ενώ ήταν όλοι τους ανώτερα στελέχη της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, μεταξύ των οποίων διοικητές και επίτροποι ανώτερων μονάδων και στρατηγοί.

Δημήτρη Βύσσιου: Για τις διώξεις και τον εκτραχυλισμό των ρεβιζιονιστών (απόσπασμα από την «ανοιχτή επιστολή προς τον Μ. Πονομαριόφ»)

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 32, 15-31 Μάρτη 1995, σελ. 3

Εδώ ολόκληρη η επιστολή: Η επέμβαση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών στο ΚΚΕ - Τα γεγονότα της Τασκένδης

---

Η αντίδραση στην εκτροπή που προκάλεσαν οι προσπάθειες για να εφαρμοσθούν οι απόψεις της «6ης Ολομέλειας» εκδηλώθηκε με την δημιουργία παράνομων οργανώσεων από την πλειοψηφία, η οποία βρισκόταν σε διωγμό. Ήσαν οι «διαγραμμένοι» όχι μόνο από το πολιτικό προσκήνιο. Οι συνεδριάσεις γίνονταν νύχτα, κατά ομάδες, σε παράμερα σπίτια. Λειτουργούσαν εκλεγμένα καθοδηγητικά όργανα, κλπ. Για τους σοβιετικούς παράγοντες αυτό ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Όπως ήταν φυσικό, με τους ανθρώπους τους παρακολουθούσαν επισταμένως τις εξελίξεις. Έτσι αυξάνονταν αριθμητικά και φούσκωναν οι φάκελοι στα ντοσιέ της KGB και της Ερυθράς Ημισελήνου. Για πολλούς, οι ατομικοί τους φάκελοι είχαν ξεπεράσει σε όγκο τους φακέλους τους στην Ελλάδα. Όλοι μας τη ζωή κι εκεί και εδώ φακελωμένοι, εχθροί του λαού, ύποπτοι και εγκληματίες. Κι’ αυτή άλλη μια σελίδα στην τραγική μας ιστορία, και τη δική μας και του αριστερού κινήματος.

Βρισκόμαστε πια στην εποχή της δυναστείας του Τσολάκη. Στο στρατόπεδο, στη στρούγκα των νικητών άρχισε ανοιχτά πια ο «καβγάς για το πάπλωμα» και η προβολή απαιτήσεων για την εξόφληση των γραμματίων. Άλλοι τύπου Γιαννακόπουλου και ΣΙΑ έπρεπε να πάνε, όσοι δεν είχαν πάει, να ζήσουν στη Μόσχα και να ζήσουν καλά. Άλλοι να πιάσουν τις καρέκλες («γραμματείς και φαρισαίοι»), άλλοι να μπουν «συν γυναιξί και τέκνοις» από το παράθυρο, με τους καταλόγους της Κομματικής Επιτροπής στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς εξετάσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις με γνώσεις τετρατάξιου δημοτικού. Υπήρξαν και περιπτώσεις που στάλθηκαν σε μεταπτυχιακή εκπαίδευση «στελέχη» που δεν είχαν καν τελειώσει το γυμνάσιο και μερικοί και από το δημοτικό. Ορισμένες «επιστημονικές» διατριβές δεν ήταν τίποτε περισσότερο από κακομεταφρασμένα στα ρωσικά ελληνικά κείμενα που ψηφίζονταν από τις συγκλήτους έπειτα από επεμβάσεις από τα ανώτατα κλιμάκια της τοπικής κομματικής ηγεσίας. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, νέοι άνθρωποι με προσόντα και προοπτική εξέλιξης, που δούλευαν και μορφώνονταν, εξοστρακίζονταν από τα ΑΕΙ και τις τεχνικές σχολές μέσης εκπαίδευσης όταν δεν ενέδιδαν στους εκβιασμούς της ηγεσίας.

Στην αρχή τα φαινόμενα αυτά εκδηλώνονται μεμονωμένες περιπτώσεις, με τον καιρό όμως προβάλλουν πιο έκδηλα και σε ποσότητα και από άποψη ήθους.

Η καθοδήγηση, όμως, σοβιετική και ελληνόφωνη συνεχίζει το δρόμο που υποδεικνύει το Τμήμα Διεθνών Σχέσεων, καινούργια κύματα αντιπροσφυγικών μέτρων. Στον πειρασμό αυτό δεν άντεξαν και άνθρωποι από τους οποίους το κίνημα είχε περισσότερες αξιώσεις. Χωρίς χαρτί από τον διοικητή της πολιτείας ο πρόσφυγας δεν γίνεται δεκτός στη δουλειά. Και το χαρτί αυτό, όπως και το χαρτί για το νοσοκομείο ή το σχολείο ή για ικανοποίηση κάποιας άλλης ανάγκης, δεν δινόταν χωρίς παζαρέματα και πολιτικούς εκβιασμούς. Υπήρξαν και περιπτώσεις που παιδί έλληνα πρόσφυγα από νόμιμο γάμο με σοβιετική γυναίκα γραφόταν σχολείο και έδινε εξετάσεις σε επαγγελματική σχολή μέσης εκπαίδευσης με το όνομα της μητέρας γιατί το όνομα του πατέρα του ήταν γραμμένο στο μαύρο πίνακα.

Στα μαύρα αυτά χρόνια η γάγγραινα της πολιτικής και κοινωνικής κατάπτωσης ανθρώπων και αξιών κατακτούσε έδαφος με γοργούς ρυθμούς. Στην πάλη των προσφύγων όλων των παρατάξεων για την επιβίωση, στα θολά νερά του πολιτικού αποπροσανατολισμού και της πολιτικής ρευστότητας και απομόνωσης, η ασφάλεια ψάρευε τους ανθρώπους της και το κόμμα «έφτιαχνε» κομμουνιστές κατ’ εικόνα και ομοίωση των στελεχών του τύπου Πικραμύγδαλου (Δημητρίου), Ταρζάν (Τσολάκη), Έξαρχου, Μπαρμπαλιά και των ομοίων τους. Τα χρόνια αυτά οι αετονύχηδες πραράπηδες (εργοδηγοί) οπαδοί και των δυο παρατάξεων αγόραζαν με το μάτσο δουλοπάροικους για τις στέπες και τις οικοδομικές επιχειρήσεις της πόλης. Οι κύριοι αυτοί, με την κομματική ταυτότητα στη τσέπη, στελέχη της στρούγκας του Ταρζάν και του Δημητρίου έκλεβαν ασύστολα το κράτος και τους εργάτες. Με πλαστά δικαιολογητικά, για δουλειές που δεν γίνονταν, έπαιρναν από την επιχείρηση πολύ περισσότερα χρήματα απ’ ότι άξιζε η πραγματική δουλειά, και τα μοιράζονταν ο «κομμουνιστής» πραράπης με τους «κομμουνιστές εργάτες». Κι’ αυτό σε χρόνια βάση.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Β. Ι. Λένιν: Καρλ Μαρξ

«Φωνή της Αλήθειας», αρ. φυλ. 56, 15-30 Απρίλη 1996, σελ. 2

 

Ι.Β. ΛΕΝΙΝ

126 χρόνια από τη γέννησή του

22 Απρίλη 1870

Τιμώντας τα 126 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Λένιν αναδημοσιεύουμε μέρος από άρθρο του “Καρλ Μαρξ (1914)”.

 

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

Μαρξισμός είναι το σύστημα των αντιλήψεων και της διδασκαλίας του Μαρξ. Ο Μαρξ είναι εκείνος που συνέχισε και ολοκλήρωσε με μεγαλοφυία τα τρία βασικά ιδεολογικά ρεύματα του 19ου αιώνα, που ανήκαν στις τρεις πιο προηγμένες χώρες της ανθρωπότητας: την κλασική γερμανική φιλοσοφία, την κλασική αγγλική πολιτική οικονομία και το γαλλικό σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τις γαλλικές επαναστατικές διδασκαλίες γενικότερα. Η αναγνωρισμένη ακόμη και από τους αντίπαλους του Μαρξ αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεων του, που στο σύνολο τους μας δίνουν το σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σαν θεωρία και σαν πρόγραμμα του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου, μας υποχρεώνει να προτάξουμε από την έκθεση του κύριου περιεχομένου του μαρξισμού, συγκεκριμένα της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ, μια σύντομη σκιαγραφία της κοσμοαντίληψης του γενικά.

Ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

Ο Μαρξ, από το 1844-1845, που αποκρυσταλλώθηκαν οι απόψεις του, ήταν υλιστής και ειδικά οπαδός του Λ. Φόυερμπαχ.

Σχετικά με τον Φόυερμπαχ είχε τη γνώμη και αργότερα ότι οι αδύνατες πλευρές του συνίστανται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο υλισμός του δεν ήταν αρκετά συνεπής και ολόπλευρος. Ο Μαρξ έβλεπε την κοσμοϊστορική σημασία του Φόυερμπαχ, που «άφησε εποχή», ακριβώς στην αποφασιστική του ρήξη με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ και στη διακήρυξη του υλισμού, που ακόμη «στο 18ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, ήταν αγώνας όχι μόνο ενάντια στους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, μα και ενάντια στη θρησκεία και στη θεολογία, όπως και... ενάντια σε κάθε μεταφυσική» (με την έννοια της «εκστατικής θεώρησης» σε αντιδιαστολή από τη «νηφάλια φιλοσοφία») («Η αγία οικογένεια» στη «Φιλοσοφική Κληρονομιά»). «Για τον Χέγκελ -έγραφε ο Μαρξ- το προτσές της νόησης, που με το όνομα ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο, είναι ο δημιουργός του πραγματικού... Για μένα, αντίστροφα, το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, πρόλογος στη 2η έκδ.).

Ο Φρ. Ένγκελς, συμφωνώντας απόλυτα με την υλιστική αυτή φιλοσοφία του Μαρξ και εκθέτοντας την έγραφε στο “Αντι-Ντίρινγκ”: -ο Μαρξ διάβασε αυτό το έργο από το χειρόγραφο- «... Η ενότητα του κόσμου δε συνίσταται στο Είναι του, αλλά στην υλικότητά του και η υλικότητα αυτή αποδείχνεται... με μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και της φυσιογνωσίας... Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Ποτέ και πουθενά δεν υπήρξε και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση, κίνηση χωρίς ύλη... Αν βάλουμε το ερώτημα... τι είναι νόηση και συνείδηση και από πού προέρχονται, θα δούμε ότι είναι προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης, που αναπτύχθηκε μέσα στη γνωστή φυσική κατάσταση και μαζί μ' αυτήν. Έτσι είναι αυτονόητο ότι τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού, που σε τελευταία ανάλυση είναι επίσης προϊόντα της φύσης, δεν αντιφάσκουν με την υπόλοιπη αλληλουχία της φύσης, αλλά ανταποκρίνονται σ' αυτήν». «Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής, με άλλα λόγια, γι' αυτόν οι σκέψεις του μυαλού του δεν ήταν απεικονίσεις (Abbilder,  κάποτε ο Ένγκελς μιλάει για «έκτυπα») λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένες των πραγματικών αντικειμένων και γεγονότων, αλλά αντίθετα τα πράγματα και η ανάπτυξη τους ήταν γι' αυτόν οι πραγματοποιημένες απεικονίσεις της ιδέας που υπήρχε κιόλας κάπου πριν από τον κόσμο».

Στο έργο του Λουδοβίκος Φόυερμπαχ, όπου ο Φρ. Ένγκελς εκθέτει τις απόψεις του και τις απόψεις του Μαρξ για τη φιλοσοφία του Φόυερμπαχ και που ο Ένγκελς το έστειλε για εκτύπωση, αφού προηγούμενα διάβασε το παλιό χειρόγραφο που είχε γραφεί από τον ίδιο και τον Μαρξ το 1844-1845 πάνω στο ζήτημα του Χέγκελ, του Φόυερμπαχ και της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ο Ένγκελς γράφει: «Το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της νεότερης φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα της σχέσης νόησης και Είναι, πνεύματος και φύσης... ποιο είναι το πρωταρχικό: το πνεύμα ή η φύση... Ανάλογα με τον τρόπο που απαντούσαν σ' αυτό το ερώτημα οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Όσοι ισχυρίζονταν ότι το πνεύμα υπήρχε πριν από τη φύση και συνεπώς έτσι ή αλλιώς αναγνώριζαν τη δημιουργία του κόσμου... αποτέλεσαν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι, που θεωρούσαν σαν πρωταρχικό τη φύση, ανήκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού». Κάθε άλλη χρησιμοποίηση των εννοιών του (φιλοσοφικού) ιδεαλισμού και υλισμού οδηγεί απλώς σε σύγχυση.  Ο Μαρξ απόρριπτε κατηγορηματικά όχι μόνο τον ιδεαλισμό, που πάντα συνδεόταν έτσι είτε αλλιώς με τη θρησκεία, αλλά και τη διαδομένη, ιδιαίτερα στις μέρες μας, άποψη του Χιουμ και του Καντ, τον αγνωστικισμό, τον κριτικισμό, το θετικισμό, με τις διάφορες μορφές τους· κάθε παρόμοια φιλοσοφία τη θεωρούσε «αντιδραστική» παραχώρηση στον ιδεαλισμό και στην καλύτερη περίπτωση «ντροπαλή αποδοχή από την πίσω πόρτα του υλισμού και απάρνησή του μπροστά στα μάτια του κόσμου». Βλ. πάνω σ' αυτό το ζήτημα, εκτός από τα αναφερόμενα έργα του Ένγκελς και του Μαρξ και το γράμμα του τελευταίου προς τον Ένγκελς της 12 του Σεπτέμβρη 1868, όπου ο Μαρξ, σημειώνοντας την «πιο υλιστική», απ' ό,τι συνήθως, εκδήλωση του γνωστού φυσιοδίφη Τ. Χάξλι και την ομολογία του ότι, εφόσον «παρατηρούμε και νοούμε κατά τρόπο πραγματικό, δεν μπορούμε ποτέ να εγκαταλείψουμε το έδαφος του υλισμού», τον κατηγορεί ότι ανοίγει ένα «παραθυράκι» στον αγνωστικισμό, στο χιουμισμό. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η άποψη του Μαρξ για τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα: «τυφλή είναι η αναγκαιότητα μόνο όσο δεν έχει κατανοηθεί. Ελευθερία είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας» (Ένγκελς στο Αντι-Ντίρίνγκ) = η αναγνώριση της αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης και της διαλεκτικής μετατροπής της αναγκαιότητας σε ελευθερία (παράλληλα με τη μετατροπή του άγνωστου, που, όμως, είναι δυνατό να γίνει γνωστό, «πράγματος καθεαυτού» σε «πράγμα για μας», της «ουσίας των πραγμάτων» σε «φαινόμενα»).

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν βασική ανεπάρκεια του «παλιού» υλισμού μαζί και του υλισμού του Φόιερμπαχ (και πολύ περισσότερο του «χυδαίου» υλισμού των Μπίχνερ-Φοχτ-Μολεσότ): 1. το ότι ο υλισμός αυτός ήταν «κυρίως μηχανιστικός» και δεν έπαιρνε υπόψη του τη νεότερη εξέλιξη της χημείας και της βιολογίας (και στις μέρες μας θα έπρεπε ακόμη να προσθέσουμε: και της ηλεκτρικής θεωρίας της ύλης), 2. το ότι ο παλιός υλισμός δεν ήταν ιστορικός, δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια και ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης, 3. το ότι η «ουσία του ανθρώπου» κατανοούνταν απ' αυτούς αφηρημένα και όχι σαν «σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» (καθορισμένων συγκεκριμένα-ιστορικά) και γι' αυτό ο υλισμός αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά «να εξηγεί» τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην «αλλαγή» του, με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε τη σημασία της «επαναστατικής πρακτικής δράσης».